συνταρταρώ

συνταρταρώ
-όω, Α
ρίχνω κάποιον στον Άδη μαζί με κάποιον άλλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + ταρταρῶ «ρίχνω στην κόλαση» (< τάρταρος «άβυσσος, κόλαση»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”